Δέκα μέρες στο ράφι δεν είναι ίδιες στο ψυγείο

Το ενδιαφέρον των καταναλωτών και των ΜΜΕ για ότι συμβαίνει γύρω από το γάλα διατηρείται πάντα υψηλό και δίκαια εφόσον πρόκειται για καθημερινή τροφή που αφορά όλη την Ελληνική κοινωνία.

Πρόσφατα όμως η συζήτηση επικεντρώθηκε στην παράταση της διάρκειας παστερίωσης του γάλακτος και στις συνέπειες που θα μπορεί να έχει για όλους τους συμμετέχοντες, δηλαδή τους καταναλωτές, τους διακινητές, τις βιομηχανίες επεξεργασίας και τους παραγωγούς.

Η απλοποίηση και γενίκευση των πραγμάτων δεν βοηθά καθόλου στη διαμόρφωση της σωστής άποψης. Η παράταση της διάρκειας παστερίωσης στις 8 έως 10 ημέρες σημαίνει παράταση της δυνατότητας συντήρησης του γάλακτος στην κλειστή συσκευασία, εφόσον όλοι οι παράγοντες της αλυσίδας από τη μεταφορά, τη συντήρηση στα ράφια των καταστημάτων και στα σπίτια των καταναλωτών γίνουν τέλεια. Τότε το γάλα θα μπορεί να ανοιχθεί την 8η ή 10η ημέρα από την παστερίωσή του και να καταναλωθεί. Όσο απομακρυνόμαστε από την ημερομηνία παραγωγής στη μονάδα και μετά το άνοιγμα της συσκευασίας το γάλα ως ευαίσθητο προϊόν υφίσταται αλλοιώσεις και πρέπει να καταναλίσκεται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Αυτή η πραγματικότητα δικαιώνει την επιχειρηματολογία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων που υποστηρίζει ότι η παράταση της διάρκειας παστερίωσης δεν πρόκειται να αποτρέψει τους καταναλωτές να επιδιώκουν να προμηθεύονται και να καταναλώνουν γάλα όσο το δυνατόν πιο σύντομα μετά την ημερομηνία παραγωγής του. Γι αυτό μάλιστα, σε κάθε περίπτωση η αναγραφή της ημερομηνίας παστερίωσης θα πρέπει να συνεχιστεί.

Το Υπουργείο Ανάπτυξης επικαλείται τη διάρκεια παστερίωσης στο εξωτερικό και χαμηλότερες τιμές λιανικής ιδιαίτερα σε χώρες προηγμένες κτηνοτροφικά. Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο επεξεργασίας και διακίνησης και στις επιστροφές αυτού που δεν έχει πωληθεί έγκαιρα. Στο εξωτερικό, η επεξεργασία του παστεριωμένου γάλακτος γίνεται ως επί το πλείστον από μικρές σχετικά ή συνεταιριστικές βιομηχανίες που συλλέγουν το γάλα από μικρές αποστάσεις και δεν επιβαρύνονται με πολλά λειτουργικά κόστη.

Αυτός ο τρόπος ανάπτυξης άρχισε να διαδίδεται τώρα στην Ελλάδα με θετικά αποτελέσματα και θα μπορέσει να οδηγήσει στη μείωση τιμών καταναλωτή χωρίς αυτό να συμβεί σε βάρος των τιμών παραγωγού. Στην Ελλάδα έχουμε και την επιβάρυνση των γαλακτοβιομηχανιών με το κόστος παραλαβής και καταστροφής του, που ανέρχεται μέχρι και σε ποσοστό 15% της τιμής, δεδομένου ότι τα περιθώρια περαιτέρω αξιοποίησής σε μορφές εκτός της διατροφικής αλυσίδας.

Στο εξωτερικό οι αλυσίδες λιανικής επιβαρύνονται με αυτό το κόστος και εκεί υπάρχουν περιθώρια μείωσης τιμών αν υπάρξει σταδιακή μείωση της τιμής του γάλακτος στο ράφι καθώς πλησιάζει η ημερομηνία λήξης και το γάλα προσφέρεται πλέον ως προσφορά. Με το τρόπο αυτόν όμως ο καταναλωτής αποφασίζει για το είδος του προϊόντος που πρόκειται να καταναλώσει σε σχέση με την τιμή του.

Αν εφαρμοσθούν λοιπόν οι προτάσεις του Υπουργείου Ανάπτυξης ο καταναλωτής θα συνεχίσει να προτιμά το γάλα που είναι πλησιέστερα στην ημερομηνία παραγωγής του αλλά οι συνέπειες για την Ελληνική γαλακτοπαραγωγική κτηνοτροφία ακόμη και τις βιομηχανίες γάλακτος θα είναι καταστροφικές. Με την παράταση της διάρκειας παστερίωσης θα γίνει ακόμη περισσότερο συμφέρουσα η εισαγωγή γάλακτος από φθηνές τρίτες χώρες που βρίσκονται ακόμη εκτός Ε.Ε. όπου συνήθως η προτεραιότητα δεν δίνεται στην ποιότητα.

Στην περίπτωση αυτή θα μπορεί πολλές φορές να χρειάζεται αύξηση του βαθμού θερμικής επεξεργασίας για την επίτευξη της παρατεταμένης διάρκειας παστερίωσης με όλες τις καταστρεπτικές συνέπειες για την θρεπτική αξία του τελικού προϊόντος, καθώς είναι γνωστές οι συνέπειές της στις πρωτεΐνες, τις βιταμίνες και την αφομοιοσιμότητα του ασβεστίου του γάλακτος.

Η μείωση λοιπόν της τιμής καταναλωτή που επικαλείται το Υπουργείο Ανάπτυξης δεν θα έλθει από τον ανταγωνισμό των φθηνών εισαγωγών καθώς οι τιμές θα καθορίζονται από την ποιότητα του προϊόντος και την διακύμανση των τιμών στις χώρες προέλευσης, όπου οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν σε έντονες διαμαρτυρίες των παραγωγών δεδομένου και εκεί οι μέσες τιμές παραγωγού βρίσκονται πλέον στα όρια ή και κάτω από το κόστος παραγωγής.

Είναι απαραίτητο να στηρίξουμε την Ελληνική γαλακτοπαραγωγό αγελαδοτροφία που είναι η παραγωγική μας βάση προσφέροντας τιμές που καλύπτουν τις σοβαρές επενδύσεις που έχουν γίνει και το κίνητρο για την εξασφάλιση συνέχειας και παράδοσης. Ό Έλληνας καταναλωτής δικαιούται να καταναλώνει εγχώριο γάλα που έχει πρόσφατα παραχθεί και δεν έχει υποστεί μεγάλη ταλαιπωρία διακίνησης.

Η ενδεχόμενη μείωση των τιμών δεν πρέπει να γίνει με την μαζικοποίηση και την εισαγωγή του πιο φθηνού γάλακτος από την παγκόσμια αγορά αλλά με τον εξορθολογισμό της διακίνησης προς την κατεύθυνση της μείωσης των αποστάσεων και της όσο το δυνατόν αμεσότερης σύνδεσης του καταναλωτή με τον παραγωγό.